Σχολή Γονέων

Την Τετάρτη το απόγευμα, 12 Ιανουαρίου 2011, η ψυχολόγος Γεωργία Σωτηροπούλου, κατόπιν πρόσκλησης του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του ΜΣΣ, υλοποίησε σεμινάριο για τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς του σχολείου με θέμα “Προσδοκίες γονέων για τη μάθηση των παιδιών τους”. Το σεμινάριο περιείχε θεωρητική εισήγηση καθώς και βιωματικές δραστηριότητες.

Στο σεμινάριο αποταυτίστηκε η ευτυχία ενός ατόμου από τη σχολική επίδοση και αναδείχθηκαν αυτές οι πτυχές της προσωπικότητας που οδηγούν στην ολοκλήρωση και την επιτυχία. Επισημάνθηκαν οι συνέπειες της πίεσης που ασκούν οι γονείς στο παιδί για άριστες σχολικές επιδόσεις και προσδιορίστηκε ο ρόλος του γονέα ο οποίος στηρίζει και βοηθά το παιδί του να γίνει ευτυχισμένο, χωρίς να είναι απαραίτητες οι άριστες σχολικές επιδόσεις. 

Τα παραπάνω θέματα προσεγγίστηκαν και με βιωματικές δραστηριότητες.

 Οι προσδοκίες των γονέων για τη μάθηση των παιδιών τους

Όλοι οι γονείς επιθυμούν για τα παιδιά τους το καλύτερο. Όλες τους οι φροντίδες αποσκοπούν να προσδώσουν στα παιδιά τους εφόδια, υλικά και πνευματικά, ώστε να γίνουν ευτυχισμένα. Αυτές είναι οι προσδοκίες που γνωρίζουμε, οι συνειδητές. Υπάρχουν όμως και οι υποσυνείδητες, τις οποίες δε γνωρίζουμε. Μπορούμε μόνο να τις υποθέσουμε από τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την αλληλεπίδρασή μας με τα παιδιά. Σήμερα θα επικεντρωθούμε στις γονεϊκές προσδοκίες που σχετίζονται με τη μάθηση. Και αυτές, πάλι, διαχωρίζονται σε συνειδητές και υποσυνείδητες.

Υπάρχει η τάση να ταυτίζουμε τη σχολική επιτυχία, δηλαδή την υψηλή βαθμολογία, με τη μελλοντική εργασιακή-κοινωνική επιτυχία, επομένως με την ευτυχία της ζωής του παιδιού μας. Και ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του ’40 έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 φαίνεται να υπάρχει μια σχετική συνάφεια στα παραπάνω -αν και πρέπει να τονίσω πως δεν έχουμε στοιχεία ερευνών για τους δείκτες ευτυχίας και για την ψυχική υγεία των ατόμων της εποχής εκείνης- σήμερα, πλέον, γνωρίζουμε πως η σχολική και σπουδαστική επιτυχία δεν εγγυάται ικανοποίηση στην πραγματική ζωή (εδώ αναφέρομαι στον Colman από τον οποίο γνωρίζουμε τη συναισθηματική νοημοσύνη).

Μελετήθηκαν περιπτώσεις αριστούχων φοιτητών καθώς και μέτριων αρκετά χρόνια αργότερα, 15-25 χρόνια από την αποφοίτησή τους. Φάνηκε πως οι μέτριοι ως φοιτητές αρίστευσαν στην πραγματική ζωή, με την έννοια πως ένιωθαν ικανοποιημένοι και ολοκληρωμένοι με τον εαυτό τους, απολάμβαναν την οικογενειακή και την κοινωνική τους ζωή πολύ περισσότερο από τους αριστούχους, που είχαν υψηλά ποσοστά στους δείκτες δυστυχίας.

Η Κάρεν Άρνολντ, καθηγήτρια Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης είπε για τους αριστούχους: «Νομίζω ότι είχαμε ανακαλύψει τα άτομα του καθήκοντος, άτομα, δηλαδή, που ξέρουν πώς να πετύχουν στο σύστημα. Αλλά οι άριστοι φοιτητές αγωνίζονται όμοια με όλους μας. Το να ξέρεις ότι ένα άτομο είναι άριστος φοιτητής, σημαίνει ότι ξέρεις μόνο πως είναι εξαιρετικά καλός σε ό,τι μετριέται μα βαθμούς. Δε σου λέει τίποτα για το πώς αντιδρά στις μεταστροφές της ζωής».

Οι ικανότητες που αποτελούν μια καλή προίκα για τη ζωή των παιδιών μας είναι αυτές που αποκτώνται στην παιδική ηλικία, όπως η ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς τις αναποδιές, να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, να τα πηγαίνει καλά με τους ανθρώπους.

Όταν μέσα από τη διαδικασία της βαθμολόγησης το παιδί ή και ο γονιός νιώθει πως βαθμολογείται, εν γένει, η ευφυΐα του παιδιού ή και του γονιού του ίδιου, ή όταν, ακόμα χειρότερα, ταυτίζεται με την αξία της ατομικότητας του παιδιού, τότε γονείς και παιδιά βρίσκονται σε αδιέξοδο. Χρειάζονται ευσυνείδητες προσπάθειες των ενηλίκων, γονιών και εκπαιδευτικών, ώστε να αποταυτιστούν τα παραπάνω στοιχεία.

Οι σημερινοί γονείς κάνουν ένα σημαντικό σφάλμα στην προσπάθειά τους να βοηθήσουν τη μαθησιακή πρόοδο του παιδιού τους. Κάνουν πάρα πολλά. Υπερπροσπαθούν. Ελέγχουν την ύλη καθημερινά, διαβάζουν τα παιδιά τους, ελέγχουν την αφομοίωση των πληροφοριών και αντιδρούν ανάλογα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως, άλλοι σε μικρότερο και άλλοι σε μεγαλύτερο βαθμό, υποκαθιστούν τη λειτουργία των εκπαιδευτικών και σίγουρα αφαιρούν το μεγαλύτερο μέρος και το ουσιαστικότερο από τη δυνατότητα του παιδιού. Το να είναι, δηλαδή, αποκλειστικά υπεύθυνο το ίδιο για το τι κάνει στο σχολείο του.

Ένα σημαντικό εμπόδιο σ’ αυτό που περιέγραψα είναι ότι, για πάρα πολλές γενιές, διδαχθήκαμε πως μέσω της εστίασης στην αδυναμία, στην έλλειψη επέρχονται θετικά αποτελέσματα. Είναι χαρακτηριστικό το φαινόμενο κατά το οποίο προσπαθώντας να διορθώσει ο μαθητής έναν ή περισσότερους χαμηλούς βαθμούς, μετά από προσπάθεια οι συγκεκριμένοι βαθμοί να ανέβουν ενώ οι υπόλοιποι να παρουσιάσουν πτώση.

Το να μην επιτρέπουμε την αδυναμία και την έλλειψη, το να την αντιμετωπίζουμε με κριτική ή φοβική ματιά και να δίνουμε όλη μας την προσοχή στο βαθμολογικό αποτέλεσμα, στερεί από το μαθητή την ευκαιρία να μαθητεύσει πραγματικά.

Μία πλευρά της εκπαίδευσης είναι η δυνατότητα της αντίληψης των ικανοτήτων του παιδιού από το ίδιο. Μία μέση ή χαμηλή βαθμολογία στα tests και τα διαγωνίσματα προσφέρει στο παιδί την ευκαιρία να εντοπίσει τις ελλείψεις και τις αιτίες τους ώστε να ακολουθήσει τη διαδικασία συμπλήρωσής τους.

Το να επικεντρωνόμαστε στις θετικές επιδόσεις του παιδιού στο σχολείο, τόσο οι εκπαιδευτικοί όσο και οι γονείς, ενισχύουμε και τονώνουμε το αίσθημα της αυτοπεποίθησης του παιδιού, του μαθαίνουμε να μην καθηλώνεται από τη χαμηλή επίδοση, αλλά, αντίθετα, να αναγνωρίζει ότι η πορεία προς την πρόοδο είναι μια εναλλαγή επιτυχίας και αποτυχίας, αρκεί να χρησιμοποιεί την αποτυχία θετικά και δημιουργικά.